Σε αυτή τη σελίδα: makeup artist, make-up artist

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
makeup artist,
make-up artist
n
(cosmetics applier)μακιγιέρ, μακιγιέζ ουσ αρσ άκλ, ουσ θηλ άκλ
Σχόλιο: Τα τελυταία χρόνια χρησιμοποιείται ευρέως και ο αγγλικός όρος.
 The makeup artist completely changed her looks for the show.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make-up artist n ([sb]: applies performers' cosmetics)μακιγιέρ, μακιγιέζ ουσ αρσ άκλ, ουσ θηλ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση makeup artist στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «makeup artist».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!